Εισπνεόμενη Ινσουλίνη
Βασικό θεραπευτικό στόχο για τα άτομα με σακχαρώδη διαβήτη αποτελεί η επίτευξη τιμών σακχάρου όσο το δυνατόν πιο κοντά στο φυσιολογικό (σάκχαρα νηστείας 80-110mg/dl, σάκχαρα μετά το γεύμα <150mg/dl και τιμές γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης Α1c<6,5%). Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται μείωση των επιπλοκών του διαβήτη από τα μικρά και μεγάλα αγγεία του σώματος (αγγειοπάθεια, νευροπάθεια, νεφροπάθεια κλπ.), αλλά και της νοσηρότητας και θνητότητας που προκαλεί ο διαβήτης.
Η επίτευξη όμως αυτής της ευγλυκαιμίας, όπως αποκαλείται, απαιτεί στις περισσότερες περιπτώσεις θεραπευτικά σχήματα βασιζόμενα σε πολλαπλές δόσεις ινσουλίνης και συχνές μετρήσεις σακχάρου αίματος (3-4 ή και περισσότερες κάθε μέρα). Ωστόσο, συχνά τα άτομα με διαβήτη παρουσιάζουν δυσκολία στην προσαρμογή στις καθημερινές πολλαπλές μετρήσεις και ενέσεις. Έτσι, παρά τις εξελιγμένες μορφές αναλόγων ινσουλίνης που χορηγούνται σήμερα με τις αποκαλούμενες πένες ή στυλό ινσουλίνης, που κάνουν τη χορήγηση ινσουλίνης άνετη και διακριτική, το προκύπτον πρόβλημα συμμόρφωσης αποτελεί βασική αιτία μη ικανοποιητικής ρύθμισης των ατόμων με διαβήτη.
H προσπάθεια της επιστημονικής έρευνας επικεντρώθηκε σε εναλλακτικές μορφές χορήγησης ινσουλίνης από τη ρινική, στοματική ή πνευμονική οδό, ώστε η θεραπευτική αγωγή να γίνει πλέον αποδεκτή από τους διαβητικούς ασθενείς. Είναι γνωστό ότι η ινσουλίνη μέχρι σήμερα χορηγείται μόνο με ενέσεις κάτω από το δέρμα (υποδορίως), γιατί αλλιώς καταστρέφεται και δεν δρα. Τα δεδομένα όμως των τελευταίων ετών προκρίνουν ως ιδιαίτερα ωφέλιμη και ασφαλή υπό προϋποθέσεις τη χορήγηση ινσουλίνης από την πνευμονική οδό, τη χορήγηση δηλαδή εισπνεόμενης ινσουλίνης, ενώ οι άλλες εναλλακτικές οδοί χορήγησης βρίσκονται ακόμη σε πειραματικό στάδιο.

Η πρώτη βιβλιογραφική αναφορά για την εισπνεόμενη ινσουλίνη χρονολογείται από το 1925, λίγα χρόνια μετά την ανακάλυψη της ινσουλίνης το 1922, αλλά μόλις το 1970 τεκμηριώθηκε η υπογλυκαιμική δράση εισπνεόμενου αεροδιαλύματος κρυσταλλικής ινσουλίνης σε κουνέλια. Η χορήγηση ινσουλίνης διά της πνευμονικής οδού αξιοποιεί το πλεονέκτημα του συνδυασμού της εξαιρετικά μεγάλης κυψελιδικής – επιθηλιακής επιφάνειας απορρόφησης των πνευμόνων που συνδυάζεται με το πλούσιο τριχοειδικό δίκτυο αιμάτωσης αυτών. Τα 100 τ.μ. επιφάνειας απορρόφησης των πνευμονικών κυψελίδων αντιστοιχούν σε ένα γήπεδο τένις. Προϋπόθεση απορρόφησης μιας ουσίας από τους πνεύμονες είναι να φθάνουν τα σωματίδια αυτής της ουσίας μέχρι τις κυψελίδες. Για να γίνει αυτό, το μέγεθός τους θα πρέπει να είναι της τάξης του 1-5μm. Η εξέλιξη των συσκευών χορήγησης ινσουλίνης που επιτεύχθηκε τα τελευταία χρόνια διασφαλίζει την επίτευξη αυτού του ιδανικού μεγέθους των σωματιδίων της ινσουλίνης. Τα σωματίδια αυτά στη συνέχεια διέρχονται την κυψελιδοτριχοειδική μεμβράνη και απορροφούμενα μέσω του πλουσίου τριχοειδικού δικτύου φθάνουν στη συστηματική κυκλοφορία. Τελικά όμως μόνο ένα 10% της εισπνεόμενης ινσουλίνης φθάνει στη συστηματική κυκλοφορία και ασκεί τη γνωστή υπογλυκαιμική της δράση. Η χαμηλή αυτή βιοδιαθεσιμότητα της εισπνεόμενης ινσουλίνης οφείλεται σε απώλειες στη συσκευή χορήγησης (nebulizer) και στη δίοδό της από τις μεγάλες αεροφόρους οδούς (λάρυγγας, τραχεία, βρόγχοι). Η χορήγηση διαφόρων φαρμάκων μέσω της πνευμονικής οδού δεν είναι βέβαια άγνωστη μέχρι σήμερα, με πιο γνωστό παράδειγμα τη χορήγηση φαρμάκων σε ασθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια ή βρογχικό άσθμα.
Αρκετά συστήματα και συσκευές χορήγησης εισπνεόμενης ινσουλίνης έχουν δοκιμασθεί από τις διάφορες φαρμακευτικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο του διαβήτη: Pfizer (Exubera), Eli-Lilly (AERx-Air), Novo-Nordisk κλπ. Σε όλα τα συστήματα αυτά η ινσουλίνη είναι είτε σε υγρή μορφή είτε σε σκόνη. Οι περισσότερες δημοσιευμένες εργασίες μέχρι τώρα αφορούν τη συσκευή Exubera που περιέχει σκόνη ινσουλίνης σε συσκευασίες των 1 ή των 3 mg που ισοδυναμούν με 3 ή 9 μονάδες υποδόριας ταχείας δράσης ινσουλίνης αντίστοιχα. Ο θάλαμος της συσκευής δημιουργεί από τη σκόνη που διαλύεται ένα νέφος ψεκασμού που εισπνέεται από το άτομο που λαμβάνει την κάθε φορά απαιτούμενη δόση ινσουλίνης. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συστήματος αυτού έχει μελετηθεί σε περισσότερους από 3500 ασθενείς, μέχρι και περισσότερα από 7 χρόνια. To σύστημα Exubera της εταιρείας Pfizer πήρε έγκριση από την επιτροπή φαρμάκων και τροφών των ΗΠΑ (FDA), καθώς και από την αντίστοιχη επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Ιανουάριο του 2006, και αναμένεται στην αγορά στις αρχές του 2007 για χορήγηση σε άτομα και με τις δύο μορφές διαβήτη (τύπος 1 και 2). Η κυκλοφορία των υπόλοιπων συσκευών που αναφέρθηκαν παραπάνω, οι οποίες έχουν και μικρότερο μέγεθος, αναμένεται τα προσεχή ένα με δύο έτη, γεγονός που θα αυξήσει τις δυνατότητες επιλογής και θα προσφέρει μεγαλύτερη άνεση στους διαβητικούς.
Άλλα σχετικά άρθρα
φόρτωση…
Επιστροφή στη σελίδα διαβητολογοσ










